samedi 17 décembre 2011
ΣΕΖΑΡΙΑ ΕΒΟΡΑ
**********
...Assim dxam morrê ô flor
Na sombra di bo odjinho
Dxam morrê ta sonha
Assim c'ma pomba na sê ninho...
...Laisse-moi mourir ainsi ô fleur
A l'ombre de ton petit regard
Laisse-moi mourir en rêvant
Comme la colombe dans son nid...
**********
vendredi 16 décembre 2011
ΟΠΩΣ ΚΟΙΤΟΥΝ ΤΟΥΣ ΠΝΙΓΜΕΝΟΥΣ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ
Ο ΤΡΙΤΟΣ
Κάθονταν κι οι τρείς στο παράθυρο, κοιτώντας τη θάλασσα.
Ο ένας μιλούσε για τη θάλασσα. Ο δεύτερος άκουγε. Ο τρίτος
ούτε μιλούσε ούτε άκουγε΄ βρισκόταν στο βυθό της θάλασσας΄ έπλεε.
Πίσω απ'τα τζάμια φαίνονταν αργές, διαυγείς οι κινήσεις του
μες στο αραιό γαλάζιο. Εξερευνούσε ένα ναυαγισμένο πλοίο.
Χτύπησε το νεκρό καμπανάκι της βάρδιας΄ λεπτές φυσαλίδες
ανέβαιναν σπάζοντας με ήσυχους ήχους. Άξαφνα
"πνίγηκε;" ρώτησε ο ένας΄ ο άλλος: "πνίγηκε", είπε. Ο τρίτος
απ' το βυθό του τους κοίταξε αβοήθητος, όπως κοιτούν τους πνιγμένους.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ
Απο τις ΧΕΙΡΟΝΟΜΙΕΣ, Αθήνα, 1972
mardi 13 décembre 2011
ΑΛΛΟ ΔΟΛΩΜΑ


GYÖRGY PETRI
I AM STUCK, LORD, ON YOUR HOOK
I am stuck, Lord, on your hook.
I've been wriggling there, curled up,
for the past twenty-six years
alluringly, and yet
the line has never gone taut.
It's now clear
there are no fish in your river.
Lord, if you still have hopes,
choose some other worm. Being
among the elect
has been beautiful. All the same,
what I'd just like to do, right now,
is dry off and loll about in the sun.
GYÖRGY PETRI (1943-2000)
mercredi 30 novembre 2011
ΠΙΝΟΝΤΑΣ ΚΑΦΕ ΜΕ ΤΟΝ ΜΙΝΩΤΑΥΡΟ

και πατέρα από Βραζιλιάνους στην Βραζιλία,
θα είμαι ίσως Βορειοαμερικάνος όταν θα είμαι εκεί.
Θα συλλέγω εθνικότητες όπως αλλάζουν πουκάμισα,
μετακομίζουν ή φεύγουν, με όλο τον αναγκαίο
σεβασμό στα ρούχα που φαίνονται και προσφέρουν υπηρεσία.
Εγώ, είμαι εγώ ο ίδιος η πατρίδα μου. Η πατρίδα
για την οποία γράφω είναι η γλώσσα στην οποία τυχαίως
γεννήθηκα. Και ό,τι κάνω και ό,τι ζω είναι αυτή
η λύσσα που έχω για τη μικρή ανθρωπότητα αυτού του κόσμου.
Αφού δεν πιστεύω σε άλλον, ο άλλος που ήθελα
είναι ίδιος με τούτον. Αλλά, αν μια μέρα ξεχάσω τα πάντα,
ελπίζω να γεράσω
πίνοντας καφέ στην Κρήτη
με τον Μινώταυρο,
κάτω από το βλέμμα των θεών χωρίς ντροπή.
Έχει κέρατα, όπως οι σοφοί και οι εχθροί της ζωής.
Είναι μισός ταύρος και μισός άνθρωπος, όπως όλοι οι άνθρωποι,
βίαζε και καταβρόχθιζε παρθένες, όπως όλα τα κτήνη.
Γιος της Πασιφάης, αδελφός ενός στίχου του Ρακίνα,
όπου ο Valery, ο κρετίνος, τον συνάντησε - έναν από τους πιο ωραίους
της γλώσσας.
Αδελφός επίσης της Αριάδνης: τον τύλιξαν
σ' ένα κουβάρι που κόπηκε.
Ο Θησέας, ο ήρωας και, όπως όλοι οι Έλληνες ήρωες, γιος
πουτάνας,
τον ξεγέλασε κάτω από τη μούρη του.
Ο Μινώταυρος θα με καταλάβει, θα πιει καφέ μαζί μου,
ενώ
ο Ήλιος ήρεμα θα γεννιέται κάτω από τη θάλασσα, κι οι ίσκιοι,
γεμάτοι νύμφες και άεργους έφηβους,
θα βυθίζονται γλυκύτατοι στα φλιτζάνια,
όπως η ζάχαρη που ανακατεύουμε με βρόμικο δάχτυλο
για να ερευνήσουμε την καταγωγή της ζωής.
κομματιασμένη τη ζωή για τον κόσμο, όπως έλεγε
εκείνος ο κακομοίρης διάβολος, τον οποίο ο Μινώταυρος δε διάβασε
γιατί, όπως όλος ο κόσμος, δεν ξέρει Πορτογαλικά.
Ούτε εγώ ξέρω Ελληνικά και, σύμφωνα με τις πιο σοβαρές
πληροφορίες,
θα συνομιλούμε στα βολαπούκ,
που κανείς απ' τους δυο δεν ξέρει. Ο Μινώταυρος
δεν μιλούσε Ελληνικά, δεν ήταν Έλληνας, έζησε πριν την Ελλάδα,
Όλη αυτή η σκατένια παιδεία που μας καλύπτει από αιώνες,
σκατά των σκλάβων μας ή δικά μας, όταν είμαστε
οι σκλάβοι των άλλων! Στο καφενείο
θα πούμε ο ένας στον άλλον τις πίκρες μας.
πατρίδων που πωλούνται αρκετά ακριβά για να ντρέπονται
που δεν ανήκουν σ' εκείνες. Ούτε εγώ ούτε ο Μινώταυρος
θα έχουμε πατρίδα. Μόνο ο καφές,
αρωματικός και πολύ δυνατός, όχι της Αραβίας ή της Βραζιλίας,
της Fedecam ή της Αγκόλας ή οποιασδήποτε άλλης χώρας. Αλλά καφές
με τα όλα του. Κι εγώ, με τρυφερότητα γιου,
θα δω να στάζει το σαγόνι του ταύρου
μέχρι τα γόνατα του ανθρώπου που δεν ξέρει
από ποιον κληρονόμησε, από τον πατέρα ή τη μητέρα,
τα στριφτά κέρατα που του στολίσαν
το ευγενικό μέτωπο πριν από την Αθήνα,
και ποιος ξέρει,
την Παλαιστίνη, και άλλα τουριστικά μέρη,
απέραντα πατριωτικά.
χωρίς στίχους και χωρίς ζωή,
χωρίς πατρίδες και πνεύμα,
χωρίς τίποτα και κανέναν,
και χωρίς βρόμικο δάχτυλο,
θα πίνω τον καφέ μου ειρηνικά.
μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης
απο την ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ, εκδ. Ροές,2008
dimanche 23 octobre 2011
ΓΕΦΥΡΑ

A PONTE
Para que pudéssemos atravessar o rio cheio de pedras
alguém, com um machado, subio até a floresta
e mudou árvores vivas em pranchas e mourões.
O outro lado é igual a este, na terra dividida.
Mas atravessamos a ponte, e nos segue a sombra
de alguém, semelhante a nós, que pensava unir
o que as águas separam, correndo entre pedras.
jeudi 11 août 2011
mardi 14 juin 2011
samedi 4 juin 2011
ΕΧΕΙ ΔΙΚΙΟ...
samedi 28 mai 2011
jeudi 19 mai 2011
ΖΩΗ ΖΩΗ

mercredi 4 mai 2011
ΠΕΡΙ ΗΡΩΩΝ...
¡Oh, dioses de las ratas y de las cavernas, de los murciélagos, de las cucarachas!
¡Oh, violentos, inescrutables dioses del sueño y de la muerte
¡Oh, dioses de las tinieblas, del incesto y del crimen!
ERNESTO SÁBATO, Sobre héroes y tumbas
dimanche 1 mai 2011
mercredi 27 avril 2011
GONZALO ROJAS, Poeta Chileno
(20/12/1917 - 25/4/2011)
CARTA DEL SUICIDA
Juro que esta mujer me ha partido los sesos,
Por que ella sale y entra como una bala loca,
Y abre mis parietales y nunca cicatriza,
Así sople el verano o el invierno,
Así viva feliz sentado sobre el triunfo
Y el estomago lleno, como un cóndor saciado,
Así padezca el látigo del hambre, así me acueste
O me levante, y me hunda de cabeza en el día
Como una piedra bajo la corriente cambiante.
Así toque mi cítara para engañarme, así
Se habrá una puerta y entren diez mujeres desnudas,
Marcadas sus espaldas con mi letra, y se arrojen
Unas sobre otras hasta consumirse.
Juro que ella perdura porque ella sale y entra
Como una bala loca,
Me sigue a donde voy y me sirve de hada.
me besa con lujuria
tratando de escaparse de la muerte,
y, cuando caigo al sueño, se hospeda en mi columna
vertebral, y me grita pidiéndome socorro,
me arrebata a los cielos, como un cóndor sin madre
empollado en la muerte.
GONZALO ROJAS
lundi 25 avril 2011
vendredi 22 avril 2011
ΜΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

Is wake up time,
Time to peel away
The leech-like rags
Of blanket
That suck away the warmth
All night –
Time to drink cold water
And fear the breaking dawn.
At six o’clock
We board the bus
And journey
To Pilate’s gates.
Seven is time to be counted,
And owned;
Time to head the warning Sjamboek.
And at mid-gut hour
When the managers lunch
And wine,
We blow our noses
Bare hands
Beneath the scaffolding,
Soothe the bruised scars
And wipe the hate
From our brow.
At five o’clock
We return to Gethsemane;
For this crucifixion
Is never completed,
Lest no more gold flows
From the graves at Golgotha.
CHRIS MAGADZA (Zimbabwe, b.1939)