samedi 28 juin 2008

ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ !


Πιάσαν οι ζέστες και ο ORNITHOLOGICUS κλείνει! Το καλοκαίρι είναι γι' άλλα πράγματα, όχι για blogs. Όπως και πέρυσι τέτοια εποχή, σας κουνάμε μαντίλι αποχαιρετισμού. Δουλέψαμε σκληρά (τρομάρα μας!) όλο το χειμώνα και ανυπομονούμε να έρθει η ώρα κι η στιγμή που θα βουτήξουμε στη δροσιά της καλοκαιρινής θάλασσας. Και φέτος ξανά μανά τα ίδια και τα αυτά: θα ξαπλώνουμε κάτω απ' τα δέντρα, θα πίνουμε δροσερά ποτά - caipirinha (τις μονές ημέρες), pina colada (τις ζυγές) - και θα λικνιζόμαστε στο ρυθμό της μπόσα νόβα under the stars ! Ευχόμαστε τα ίδια και καλύτερα για σας που μας συντροφέψατε όλο το χειμώνα.



Όπως και πέρυσι τέτοια εποχή, πιστοί στην παράδοση, σας ζητάμε να προτείνετε βιβλία που σας άρεσαν για να τα διαβάσουμε κι εμείς. Εννοείται πως δεν είναι ανάγκη να έχουν εκδοθεί πρόσφατα, αρκεί να εξακολουθούν να κυκλοφορούν στα βιβλιοπωλεία. Μπορείτε λοιπόν. όποτε θέλετε, όλο το καλοκαίρι, να γράφετε σ' αυτή την ανάρτηση αντί σχολίων τις προτάσεις σας.

Και φυσικά - διάβολε, τί το ' χουμε το blog ! - θα ξεκινήσουμε απο τις δικές μας προτιμήσεις. Εξαιρούνται όλα τα βιβλία, κείμενα των οποίων παρουσιάστηκαν στον ORNITHOLOGICUS - είμαι σίγουρος πως ό,τι σας γυάλισε σπεύσατε ήδη και το προμηθευτήκατε. Πάμε λοιπόν. Ο LOCUS SOLUS προτείνει:

1. Λουί-Φερντινάν Σελίν: ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ (Εστία)

2.Τζόναθαν Λίτελ: ΕΥΜΕΝΙΔΕΣ (Λιβάνης)

3. Εμμανυέλ Πιερρά: Η ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΤΟΥ ΣΕΞ ΚΑΙ ΤΟΥ ΤΗΓΑΝΗΤΟΥ ΨΑΡΙΟΥ (Άγρα)

4. Ισαάκ Ρόσα: ΤΟ ΜΑΤΑΙΟ ΧΘΕΣ (Πόλις)

5. Ζυλιέν Γκρακ: ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ (Ίνδικτος)

6. Αντόνιο Λόμπο Αντούνες: ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΤΗΣ ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑΣ (Καστανιώτης)

7. Αντόνιο Ταμπούκι: ΡΕΚΒΙΕΜ (Άγρα)

8. Μακ Χέιρτ: ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ : ΤΑΞΙΔΙΑ ΣΤΟΝ ΕΙΚΟΣΤΟ ΑΙΩΝΑ (Μεταίχμιο)

9. Ολιβιέ Μερσιέ: ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΤΡΕΝΟ ΓΙΑ ΤΗ ΛΙΣΑΒΟΝΑ(Ψυχογιός)

10. Αλμπέρτο Βάθκεθ-Φιγκερόα: ΤΟΥΑΡΕΓΚ (Κοάν/Μέδουσα)



ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΚΑΙ ΜΟΛΙΣ ΧΕΙΜΩΝΙΑΣΕΙ ΞΑΝΑ ΜΑΖΙ !


VIVE LA REPUBLIQUE !!!


mardi 24 juin 2008

ΘΑ ΞΑΝΑΔΟΥΜΕ ΤΙΣ ΠΟΛΕΙΣ ΜΑΣ


ΧΑΡΑ ΧΡΗΣΤΑΡΑ

ΣΑΝ ΠΕΤΡΑ

Η απουσία κατρακύλησε σαν πέτρα
που με παίρνει απ’ το λαιμό

Κλιμακωτά επικάθονται
στο ρούχο μου οι σκόνες
απ’ αυτό το κατρακύλισμα

Μιά ηλιαχτίδα παιχνιδίζει
κι ύστερα βαθύχρωμα σύγνεφα
σκεπάζοντας την ουράνια σφαίρα
πετρώνουν και την καρδιά μου

Κλειστά τα μάτια
ανιχνεύουν με τη φαντασία το τοπίο
Χορεύει ακόμη εκείνη η απουσία
επιθανάτιο χορό

Ανοίγοντας τα βλέφαρα
δεν θα λυγίσω
μπροστά στη θέα της αποκάλυψης
που σκοτείνιασε τον τόπο
κι έφερε σεισμό και καταποντισμό

Θα ξαναδούμε τις πόλεις μας
στον ορίζοντα να λάμπουν
με τα φώτα τους τη νύχτα



ΧΑΡΑ ΧΡΗΣΤΑΡΑ
Απο τη συλλογή ΤΟ ΧΑΣΜΑ, εκδ. Νέα Πορεία, 2006



mercredi 18 juin 2008

ΑΛΛΕΣ ΑΝΕΣΕΙΣ ΑΛΛΟΙ ΚΑΗΜΟΙ




EUGENIO MONTALE

L'ARNO A ROVEZZANO

I grandi fiumi sono l’immagine del tempo,
crudele e impersonale. Osservati da un ponte
dichiarano la loro nullità inesorabile.
Solo l’ansa esitante di qualche paludoso
giunchetto, qualche specchio
che riluca tra folte sterpaglie e borraccina
può svelare che l’acqua come noi pensa se stessa
prima di farsi vortice e rapina.
Tanto tempo è passato, nulla è scorso
da quando ti cantavo al telefono ''tu
che fai l’addormentata'' col triplice cachinno.
La tua casa era un lampo visto dal treno. Curva
sull’Arno come l’albero di Giuda
che voleva proteggerla. Forse c’è ancora o
non è che una rovina. Tutta piena,
mi dicevi, di insetti, inabitabile.
Altro comfort fa per noi ora, altro
sconforto.


_________________


Ο ΑΡΝΟΣ ΣΤΟ ΡΟΒΕΤΣΑΝΟ

Τα μεγάλα ποτάμια είναι η εικόνα του χρόνου,
σκληρού κι απρόσωπου. Κοιταγμένα απο μιά γέφυρα
διαλαλούν αδυσώπητα το μηδέν τους.
Μόνον ο διστακτικός μαίανδρος κάποιου ελόβιου
βούρλου, κάποια λιμνάσματα
που αστράφτουν ανάμεσα σε θάμνους πυκνούς και βρύα
μπορούν ν' αποκαλύψουν πως και το νερό συλλογίζεται τον εαυτό του
πριν γίνει ρουφήχτρα και λυσσομάνημα.
Πάει τόσος καιρός, στιγμή δεν πέρασε
που σου τραγούδαγα στο τηλέφωνο «μην κάνεις
την αποκοιμισμένη» με τριπλό καγχασμό.
Το σπίτι σου ήταν μιά λάμψη ιδωμένη απ' το τρένο. Κυρτώνεται
πάνω στον Άρνο σαν το δέντρο του Ιούδα
που ήθελε να το προστατεύσει. Μπορεί να υπάρχει ακόμα ή
έχει πια τώρα ερειπωθεί. Γεμάτο
μού έλεγες απο έντομα, ακατοίκητο.
Άλλες ανέσεις ταιριάζουν σήμερα σε μάς,
άλλοι καημοί.



EUGENIO MONTALE (1896-1981)
Μετάφραση Νίκος Αλιφέρης
Απο το ΦΙΝΙΣΤΕΡΕ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, εκδ. Άγρα, 1995



samedi 14 juin 2008

ΚΑΗΜΕΝΗ ΚΟΤΑ


ΣΑΚΗΣ ΣΕΡΕΦΑΣ

ΑΣΗΜΑΝΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ

Να ένας άνθρωπος
που πηγαίνει πανέτοιμος να κάνει κάποιο σεξ.

Στον δρόμο του συναντάει μια κότα με κοφτερή ομορφιά
πούπουλα χρυσαφιά, ράμφος φιλντισένιο
τον κοιτάζει κατάματα εκείνος βιάζεται την κλωτσάει
καημένη κότα κράζουν όλοι.

Πήγε ο άνθρωπος το 'κανε το σεξ του
η κότα ράμφισε τρία μυρμήγκια παραπέρα ηρέμησε
έφυγε κι ο κόσμος που είχε μαζευτεί
ερήμωσε ο τόπος, πέρασε καιρός.

Πρώτη πέθανε η κότα.



ΣΑΚΗΣ ΣΕΡΕΦΑΣ
Απο τη συλλογή ΠΡΩΤΑ ΠΕΘΑΝΕ Η ΚΟΤΑ, εκδ. Κέδρος, 2007


mardi 10 juin 2008

ΤΑΡΑΡΑ ΤΑΡΑΡΑ ΜΕ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΡΑ




ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΛΥΤΗΣ

Ο ΙΝΔΟΣ ΡΑ

Είχε στο κεφάλι φτερά φορούσε δορά
ζούσε με δυο μωρά και μια ωραία κυρά
λιαζόταν με χαρά χωρίς να 'χει παρά
με αξίνη τα δένδρα βαρά για την πυρά.

Τον ορίζοντα καμιά φορά θωρά
μήπως πετά απ' το βορρά καμιά αγριοπεριστερά
και τη χτυπήσει στα φτερά ή πιάσει απ' την ουρά
καμιά αντιλόπη ζωηρά που θα πίνει στα νερά.

Στα λιβάδια τ' ανθηρά στα βουνά τα χλοερά
βοσκά ο Ρα τρία αρνιά με μαλλιά κατσαρά
μελετά στα σοβαρά να χτίσει σπίτια στη σειρά
η καλύβα πια δεν τον χωρά τον κύριο Ρα.

Μια που πήραμε τη φόρα ας πούμε τώρα
πως κάποια μέρα μια μπόρα έπιασε στη χώρα
κατεστράφη η οπώρα σε λίγη ώρα
παν της φύσεως τα δώρα σαν την ψώρα.

Σόδομα και Γόμορρα έγιναν τα όνειρα
τ' αγριοπερίστερα σε κοπάδι ύστερα
τον κοροϊδεύουν άμοιρα τα παμπόνηρα
και κοτσιλίζουν στα φτερά με χαρά τον Ρα.



ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΛΥΤΗΣ
Απο τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1937-1977, β' έκδ., Σμίλη, 2007

vendredi 6 juin 2008

ΩΡΑΙΟ ΚΑΙ ΑΝΕΠΑΝΑΛΗΠΤΟ




EDUARDO GALEANO

ΤΟ ΤΕΛΕΙΟ ΦΙΛΙ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΟ

Πολλοί Αργεντινοί ορκίζονται με το χέρι στην καρδιά ότι ήταν ο Ενρίκε Γκαρσία, "ο Τσουέκο", το αριστερό εξτρέμ της Ρασίνγκ. Και εξίσου πολλοί Ουρουγουανοί ορκίζονται, φιλώντας σταυρό, ότι ήταν ο Πέδρο Λάγο, "ο Μουλαράς", επιθετικός της Πενιαρόλ. Ήταν είτε ο ένας είτε ο άλλος, είτε και οι δυο.

Εδώ και μισό αιώνα, ίσως παραπάνω, όταν ο Λάγο ή ο Γκαρσία έβαζαν ένα τέλειο γκολ, απο αυτά που αφήνουν αγάλματα τους αντιπάλους, είτε απο τη λύσσα είτε απο θαυμασμό, μάζευαν τη μπάλα απο τα δίχτυα, την έπαιρναν παραμάσχαλα και ξανάκαναν προς την αντίστροφη διεύθυνση τη διαδρομή τους, βήμα βήμα, σέρνοντας τα πόδια τους. Έτσι, σηκώνοντας σκόνη, έσβηναν τα ίχνη τους, για να μην μπορέσει κανείς να μιμηθεί τον τρόπο του παιχνιδιού τους.


EDUARDO GALEANO
Aπο ΤΑ ΧΙΛΙΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ
Μετάφραση Γιάννης Χρυσοβέργης
Εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 1998



lundi 2 juin 2008

ΑΧΝΗ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ ΠΑΧΝΗ ΤΗΣ ΕΛΙΑΣ


ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ

ΕΛΕΓΕΙΟ

Στη φωτιά του ματιού σου θα χαμογέλασε κάποτε ο Θεός
Θα 'κλεισε την καρδιά της η άνοιξη σα μιάς αρχαίας ακρογιαλιάς
μαργαριτάρι.
Τώρα καθώς κοιμάσαι λαμπερός
Στους παγωμένους κάμπους που οι αγράμπελες
Γίναν βαλσαμωμένα φτερά μαρμάρινα περιστέρια
Βουβά παιδιά της απαντοχής -
Ήθελα νά 'ρθεις μιά βραδιά σα βουρκωμένο σύννεφο
Άχνη της πέτρας πάχνη της ελιάς
Γιατί στο αγνό σου μέτωπο
Κάποτε θά 'βλεπα κι εγώ
Το χιόνι των προβάτων και των κρίνων
Μα πέρασες απ' τη ζωή σαν ένα δάκρυ της θάλασσας
Σα λαμπηδόνα καλοκαιριού και στερνοβρόχι του Μάη
Κι ας είσουν μιά φορά κι εσύ ένα γεράνιο κύμα της
Ένα πικρό βότσαλό της
Ένα μικρό χελιδόνι της σ' ένα πανέρημο δάσος
Χωρίς καμπάνα τη χαραυγή χωρίς λυχνάρι το απόβραδο
Με τη ζεστή σου καρδιά γυρισμένη στα ξένα
Στα χαλασμένα δόντια της άλλης ακρογιαλιάς
Στα γκρεμισμένα νησιά της αγριοκερασιάς και της φώκιας.



ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ (1911-1992)
Απο τη συλλογή ΑΜΟΡΓΟΣ, 3η έκδ., Ίκαρος, 1969


mardi 27 mai 2008

ΜΑΥΡΗ MAKOSSA


ΑΛΕΞΗΣ ΤΡΑΪΑΝΟΣ

MAKOSSA

Κάθομαι με το γαλάζιο δέρμα μου
Ως συνήθως

Κανένας δε μ' ακουμπάει

Οι άνθρωποι κατουράν
Μες στο κεφάλι τους

Έπειτα κλείνουνε θέση
Με τον τελευταίο εφιάλτη

Γριές πετάνε κονφετί
Η μιά στην άλλη

Γυρίζουνε και μου δίνουνε μαύρα κουφέτα
Γυρίζουνε και μου δίνουνε τον Φάουστ
Και τον ζογκλέρ με τα καλώδια

Και ροκανίζουν έτσι το μυαλό μου
Ωραίοι άρρωστοι αρουραίοι



ΑΛΕΞΗΣ ΤΡΑΪΑΝΟΣ (1944-1980)
Απο τη συλλογή ΤΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΤΟΥ ΕΛΠΗΝΟΡΑ, εκδ. Ύψιλον 1984



jeudi 22 mai 2008

ΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ;



FRANZ KAFKA

Η ΓΕΦΥΡΑ

Ήμουν αλύγιστος και ψυχρός, ήμουν μιά γέφυρα, εκειτόμουν πάνω απο έναν γκρεμό. Απο δώθε ήσαν οι μύτες των ποδιών, απο κείθε ήσαν χωμένα τα χέρια, δαγκώνοντας συγκρατιόμουν απο εύθρυπτο πηλό. Οι ποδιές του σακακιού μου ανέμιζαν στα πλάγια μου. Στο βάθος θορυβούσε ο παγερός χείμαρρος με τις πέστροφες. Κανένας περιηγητής δεν επλανήθηκε σε τούτα τα άβατα ύψη, η γέφυρα δεν ήταν ακόμα σημειωμένη στους χάρτες. - Έτσι εκειτόμουν κι επρόσμενα΄ έπρεπε να προσμένω. Δίχως να γκρεμιστεί, δεν μπορεί μιά γέφυρα, που χτίστηκε μιά φορά, να πάψει να είναι γέφυρα.

Μιά φορά προς το βράδυ - ήταν το πρώτο, ήταν το χιλιοστό, δεν ξέρω - οι σκέψεις μου χάνονταν πάντα μέσα σ’ έναν κυκεώνα και όλο και κλωθογύριζαν. Προς το βράδυ το καλοκαίρι, ο χείμαρρος επάφλαζε σκοτεινότερος, άκουσα ένα αντρίκιο βήμα! Προς εμέ, προς εμένα - Τεντώσου, γέφυρα, πάρε θέση, δοκάρι απερίφραχτο, βάσταξε αυτόν που σου εμπιστεύονται. Εξουδετέρωσε ανεπαίσθητα την αστάθεια του βήματός του, αν όμως κλονίζεται, κάνε τον να σε αντιληφθεί και, σαν ένας θεός του βουνού, εκσφενδόνισέ τον στη στεριά.

Ήρθε, με τη σιδερένια μύτη του μπαστουνιού του χτύπησε επάνω μου δοκιμαστικά, ύστερα σήκωσε μ’ αυτή τις ποδιές του σακακιού μου και τις τακτοποίησε επάνω μου. Μέσα στα πυκνά μου μαλλιά έχωσε την ακίδα και την άφησε μέσα ώρα πολλή, κοιτάζοντας προφανώς γύρω του άγριος. Ύστερα όμως - τον ονειρευόμουν ακριβώς πέρα απ’ το βουνό και την κοιλάδα - πήδηξε με τα δυό του πόδια καταμεσής στο σώμα μου. Ανατρίχιασα με άγριο πόνο, ολότελα ανήξερος. Ποιός ήταν; Ένα παιδί; Ένα όνειρο; Ένας ληστής; Ένας αυτόχειρ; Ένας πειρασμός; Ένας καταστροφεύς; Και γύρισα ανάποδα να τον δω. - Γέφυρα να γυρίζει ανάποδα! Δεν είχα ακόμα γυρίσει, και γκρεμίστηκα κιόλας, γκρεμίστηκα και βρέθηκα κιόλας ξεσκισμένος και σουβλισμένος απο τις μυτερές στουρναρόπετρες, που πάντα με κοιτάζανε τόσο ειρηνικά μέσα απ’ τα νερά που λυσσομανούσαν.



FRANZ KAFKA (1883-1924)
Μετάφραση Δημ. Στ. Δήμου
Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Μακεδονικές Ημέρες, έτος ΣΤ΄(Μάιος-Ιούλιος 1938)



lundi 19 mai 2008

ΕΝΑΣ ΠΡΩΤΟΠΟΡΟΣ



ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΛΑΣ

ΑΣΘΕΝΕΙΑ

Παράφορος ήταν ο έρωτας. Και είναι΄
ζει στα καθέκαστα του βίου
τώρα - περίσταση εξαιρετική -
προβάλλει την μορφή της απελπισίας΄
σπαραγμοί και καινούργιο αιματοκύλισμα των αισθημάτων
μας καλούν σ' αυτήν εδώ την δοκιμασία.

Απώλεσε η γαλήνη την επιφάνειά της
ξαναβρίσκω όσα είχα μοχθήσει να χάσω
η αβεβαιότητα υπερανθρώπων καταστάσεων μας θωρεί
η ενσύνειδη προσπάθεια μαζί να τα κοιτάμε όλα
παρηγορεί την αγωνία, μα την αυξάνει.



ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΛΑΣ (1907-1988)
Απο το βιβλίο ΟΔΟΣ ΝΙΚΗΤΑ ΡΑΝΤΟΥ, εκδ. Ίκαρος, 1977

mercredi 14 mai 2008

ΜΕ ΤΟΝ ΡΑΣΚΟΛΝΙΚΩΦ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ

ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΙ, ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΙ

Τον ξέρετε μήπως τον Ρασκόλνικωφ;
Ευτυχισμένοι, ευτυχισμένοι΄ εγώ
τυχαία τον γνώρισα στο δρόμο.

Ίσως τον συναντήσω κι απόψε
στα λευκά σοκάκια μας
να χτυπάει το κουδούνι πάλι
καμιάς ξύλινης πόρτας.

«Πώς πάνε τα μαθήματα;» Το μόνο.
Και τίποτε, μα τίποτε,
για το λεπτό μας ζήτημα.



ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ (1927-1985)
Απο ΤΑ ΧΙΛΙΑ ΔΕΝΤΡΑ, 3η έκδ., Κέδρος 1988




samedi 10 mai 2008

ΑΝΤΡΑΣ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΑ


GABRIELA BALDERAS

SI UN HOMBRE...

Si un hombre se vara en una mujer
igual que el barco en las arenas,
no hay manera de dragarlo.
Va hundiéndose lento
hasta que lo colma el agua
con herrumbre de muerte.

______________


ΑΝ ΕΝΑΣ ΑΝΤΡΑΣ...

Αν ένας άντρας εξοκείλει σε γυναίκα
σάμπως καράβι που προσάραξε στην άμμο,
κανένας τρόπος πια να ανασυρθεί.
Πιάνει να αργοβυθίζεται
μέχρι που τον σκεπάζουν τα νερά
με μιά σκουριά θανάτου.



GABRIELA BALDERAS
Μετέφρασε ο LOCUS SOLUS
Απο τη συλλογή ESTACIONES DEL VIENTO , México D.F., 1993



mercredi 7 mai 2008

ΕΞΩ ΑΠΟ ΜΑΣ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΜΕΛΗΣ

ΕΡΗΜΙΑ

Έξω απο μας πεθαίνουν τα πράγματα

Απ' όπου περάσεις νύχτα, ακούς σαν ένα ψίθυρο
Να βγαίνει απο τους δρόμους που δεν πάτησες,
Απο τα σπίτια που δεν επισκέφθηκες,
Απ' τα παράθυρα που δεν άνοιξες,
Απ' τα ποτάμια που δεν έσκυψες να πιείς νερό,
Απο τα πλοία που δεν ταξίδεψες.

Έξω απο μας πεθαίνουν τα δέντρα που δεν γνωρίσαμε.

Ο άνεμος περνά απο δάση αφανισμένα.
Πεθαίνουν τα ζώα απο ανωνυμία και τα πουλιά απο σιωπή.

Τα σώματα πεθαίνουν σιγά-σιγά απο εγκατάλειψη
Μαζί με τα παλιά μας φορέματα μες στα σεντούκια.
Πεθαίνουν τα χέρια, που δεν αγγίσαμε, απο μοναξιά.
Τα όνειρα, που δεν είδαμε, απο στέρηση φωτός.

Έξω απο μας αρχίζει η ερημία του θανάτου.



ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΜΕΛΗΣ (1900-1976)
Απο τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ Ι, εκδ. Ιανός, 1986



dimanche 4 mai 2008

Ο ΗΧΟΣ ΤΟΥ ΧΟΡΤΟΥ


ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

Ο ΗΧΟΣ ΤΟΥ ΧΟΡΤΟΥ

Προσπάθησα κι εγώ από παιδί ν' ακούσω τον ήχο του χόρτου που μεγαλώνει. Δεν ήσαν πολλοί εκείνοι που έλεγαν ότι είχαν ακούσει αυτόν τον ήχο, αλλά το βεβαίωναν με ύφος τελείως πειστικό. Επειδή ντρεπόμουν, το προσπάθησα κρυφά. Ώσπου κάποιος μεγαλύτερος με κατάλαβε και μου είπε πως αυτά είναι παραμύθια, πως χάνω τον καιρό μου σε ανοησίες. Έτσι, τα παράτησα κι έπεσα με τα μούτρα σε πράγματα σοβαρά. Άλλωστε παρά τις προσπάθειές μου δεν είχα ακούσει απολύτως τίποτα.

Τώρα τελευταία βλέπω αρκετούς ανθρώπους, ενήλικες και με θέση στην κοινωνία, να υποστηρίζουν πως αυτός ο ήχος πράγματι υπάρχει και πως αυτοί τον άκουσαν. Μερικοί, μάλιστα, το γράφουν και σε ποιήματα. Είπα, λοιπόν, να προσπαθήσω πάλι, αλλά του κάκου. Φαίνεται πως η ακοή μου δεν είχε ποτέ την απαιτούμενη οξύτητα.


ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ
Από τις ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΣΕ ΤΡΕΙΣ ΣΧΕΔΙΕΣ, Κέδρος 2006


jeudi 1 mai 2008

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ !





LE TEMPS DES CERISES

Quand nous chanterons le temps des cerises
Et gai rossignol, et merle moqueur
Serons tous en fête...
Les belles auront la folie en tête
Et les amoureux du soleil au coeur!
Quand nous chanterons le temps des cerises
Sifflera bien mieux le merle moqueur.

Mais il est bien court, le temps des cerises
Où l' on s' en va deux, cueillir en rêvant
Des pendants d' oreilles
Cerises d' amour aux robes pareilles
Tombant sous la feuille en gouttes de sang...
Mais il est bien court le temps des cerises,
Pendants de corail qu' on cueille en rêvant.

Quand vous en serez au temps des cerises
Si vous avez peur des chagrins d' amour
Evitez les belles...
Moi qui ne crains pas les peines cruelles
Je ne vivrai point sans souffrir un jour...
Quand vous en serez au temps des cerises
Vous aurez aussi des peines d' amour!

J' aimerai toujours le temps des cerises
C' est de ce temps-là que je garde au coeur
Une plaie ouverte...
Et Dame Fortune en m' étant offerte
Ne pourra jamais calmer ma douleur...
J' aimerai toujours le temps des cerises
Et le souvenir que je garde au coeur!


________________



Οι στίχοι είναι του δημοσιογράφου JEAN-BAPTISTE CLEMENT (1836-1903)
Tη μουσική συνέθεσε ο τενόρος ANTOINE RENARD (1825-1872).

Τραγουδάκι ερωτικό, γράφτηκε το 1867.
Εκ των υστέρων, το 1871, ο Κομμουνάρος -πλέον- στιχουργός το αφιέρωσε σε μια νεαρή νοσοκόμα των οδοφραγμάτων που σκοτώθηκε κατα τη διάρκεια της Ματοβαμμένης Βδομάδας (22-28 του Μάη) του τέλους της Παρισινής Κομμούνας.
Έκτοτε έγινε το τραγούδι-σύμβολο της ελευθερίας, της αλληλεγγύης και της ελπίδας και το ερμήνευσαν σχεδόν όλοι οι μεγάλοι Γάλλοι τραγουδιστές. Το αγαπάμε στις εκδοχές του YVES MONTANT και της JULIETTE GRECO.


mercredi 23 avril 2008

ΑΝΑΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΠΑΣΧΑ Ή ΚΟΥΒΕΝΤΙΑΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΑΨΗΤΟ ΣΦΑΧΤΟ (Ποίημα ακαδημαϊκό και comme il faut - ιδανικό για σούβλισμα, όχι για φούρνο)


ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

ΠΑΣΧΑ ΣΤΟ ΦΟΥΡΝΟ

Βέλαζε το κατσίκι επίμονα βραχνά.
Άνοιξα το φούρνο με θυμό τί φωνάζεις είπα
σε ακούνε οι καλεσμένοι.
Ο φούρνος σου δεν καίει, βέλαξε
κάνε κάτι αλλιώς θα μείνει νηστική
χρονιάρα μέρα η ωμότητά σας.

Έβαλα μέσα το χέρι μου. Πράγματι.
Παγωμένο το μέτωπο τα πόδια ο σβέρκος
το χορτάρι η βοσκή τα κατσάβραχα
η σφαγή.



ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ
(της Ακαδημίας Αθηνών)
Απο τη συλλογή ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥ ΜΑΖΙ, εκδ. Ίκαρος, 1998