
ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ
Ο ΚΑΡΑΣΕΒΝΤΑΛΗΣ
Ποιός είδε νέον σεβνταλή, καρδιών ποιός είδε κλέφτη,
να εξυπνάει με το αχ! και με το βαχ! να πέφτει;
Ωσάν το χιόνι ν' αναλεί, σαν το κερί να σβήνει,
και μοναχός το ντέρτι του να πικροκαταπίνει;
Εγώ τον είδα, κ' εις εμέ εφάνη ο καημένος
ωσά ντερβίσης σκυθρωπός, σα μπεκτασής θλιμμένος.
Για μιά μικρή Γενί-ντουνιά, πού' δαν τα δυό του μάτια,
καρά-σεβντάς τον έπιασε, και θα γενή κομμάτια.
Οπόταν τα μεσάνυχτα αργολαλούν οι κούκκοι,
πηγαίνει και της τραγουδεί με νέι και με μπουζούκι:
''Αμάν, κουζούμ! αμάν, γιαβρούμ! Κάνε, χανούμ, ινσάφι!
Μηδέ καλέμι ουλεμά το ντέρτι μου δε γράφει.
Για σένα εμπα'ί'λντισα εις τον ντουνιάν επάνω,
κι αν εγεννήθην σεβνταλής, ασίκης θ' αποθάνω.
Είναι το άσπρο στήθος σου ταζέδικο κα'ι'μάκι,
του Α'ι'ντίν-ισάρ χαλβάς το κάθε σου χεράκι,
μουχαλεμπί και γκιούλ-σερμπέτ ο αναστεναγμός σου,
και του Χατζή-Μπεκίρ λοκούμ ο τρυφερός λαιμός σου΄
ο κάθε λόγος σου γλυκός σα ραβανί αφράτο
και σα ζεστός σαράι-λοκμάς με μέλι μυρωδάτο.
Κ' είν' ο σεβντάς μου δυνατός, που να γραφεί δε φτάνει
κι αν γίνει ο ουρανός χαρτί κ' η θάλασσα μελάνι.
Τι αγοράζεις κάρβουνα να ψήνεις το φα'ί' σου;
Γιαγκίνι έχω στην καρδιά, που τ' άναψες ατή σου!
Αντίκρυ μου τον τεντζερέ με το φα'ί' σου στήσε,
και λάδι στο γιαγκίνι μου με μιά ματιά σου χύσε!
Κ' ευθύς που ένα Αχ εντέρ! το στόμα μου αναδώσει,
και το φα'ί' σου θα ψηθεί κι ο τέντζερης θα λιώσει!
Εσύ' σαι το χρυσό ουρί, και δι' εσέ, ντουντού μου,
ή ντιπ θα χάσω, ή θα βρω το ρέμπελο το νου μου!
Κ' εις το Τζενέτ, στους πρόποδας του πιλαφένιου όρους,
θε να περάσω μετά σού στιγμάς αγγελοφόρους.
Ο βουτυρένιος ποταμός και του μελιού το ρεύμα,
τόσο δεν θα ευχαριστούν του σκλάβου σου το πνεύμα,
όσο το νούρι σου, κουζούμ, και το γλυκό φιλί σου,
και όσο το ναζλίδικο και τρυφερό κορμί σου.
Αμάν, κουζούμ! αμάν, γιαβρούμ! κάνε, χανούμ, ινσάφι!
Μηδέ καλέμι ουλεμά το ντέρτι μου δε γράφει.
Για σένα εμπα'ί'λντισα εις τον ντουνιάν επάνω,
κι αν εγεννήθην σεβνταλής, ασίκης θ' αποθάνω!''
Αυτά της λέει ο ντερτιλής και πριν ακόμα φύγει,
σαν του Τσεχνέμ το βάραθρον, το στόμα του ανοίγει,
κ' ελπίζων ιλαρώτερος ο πόνος του να γίνει,
βώλον δραμίων είκοσι αφιόνι καταπίνει.
Ο ΚΑΡΑΣΕΒΝΤΑΛΗΣ
Ποιός είδε νέον σεβνταλή, καρδιών ποιός είδε κλέφτη,
να εξυπνάει με το αχ! και με το βαχ! να πέφτει;
Ωσάν το χιόνι ν' αναλεί, σαν το κερί να σβήνει,
και μοναχός το ντέρτι του να πικροκαταπίνει;
Εγώ τον είδα, κ' εις εμέ εφάνη ο καημένος
ωσά ντερβίσης σκυθρωπός, σα μπεκτασής θλιμμένος.
Για μιά μικρή Γενί-ντουνιά, πού' δαν τα δυό του μάτια,
καρά-σεβντάς τον έπιασε, και θα γενή κομμάτια.
Οπόταν τα μεσάνυχτα αργολαλούν οι κούκκοι,
πηγαίνει και της τραγουδεί με νέι και με μπουζούκι:
''Αμάν, κουζούμ! αμάν, γιαβρούμ! Κάνε, χανούμ, ινσάφι!
Μηδέ καλέμι ουλεμά το ντέρτι μου δε γράφει.
Για σένα εμπα'ί'λντισα εις τον ντουνιάν επάνω,
κι αν εγεννήθην σεβνταλής, ασίκης θ' αποθάνω.
Είναι το άσπρο στήθος σου ταζέδικο κα'ι'μάκι,
του Α'ι'ντίν-ισάρ χαλβάς το κάθε σου χεράκι,
μουχαλεμπί και γκιούλ-σερμπέτ ο αναστεναγμός σου,
και του Χατζή-Μπεκίρ λοκούμ ο τρυφερός λαιμός σου΄
ο κάθε λόγος σου γλυκός σα ραβανί αφράτο
και σα ζεστός σαράι-λοκμάς με μέλι μυρωδάτο.
Κ' είν' ο σεβντάς μου δυνατός, που να γραφεί δε φτάνει
κι αν γίνει ο ουρανός χαρτί κ' η θάλασσα μελάνι.
Τι αγοράζεις κάρβουνα να ψήνεις το φα'ί' σου;
Γιαγκίνι έχω στην καρδιά, που τ' άναψες ατή σου!
Αντίκρυ μου τον τεντζερέ με το φα'ί' σου στήσε,
και λάδι στο γιαγκίνι μου με μιά ματιά σου χύσε!
Κ' ευθύς που ένα Αχ εντέρ! το στόμα μου αναδώσει,
και το φα'ί' σου θα ψηθεί κι ο τέντζερης θα λιώσει!
Εσύ' σαι το χρυσό ουρί, και δι' εσέ, ντουντού μου,
ή ντιπ θα χάσω, ή θα βρω το ρέμπελο το νου μου!
Κ' εις το Τζενέτ, στους πρόποδας του πιλαφένιου όρους,
θε να περάσω μετά σού στιγμάς αγγελοφόρους.
Ο βουτυρένιος ποταμός και του μελιού το ρεύμα,
τόσο δεν θα ευχαριστούν του σκλάβου σου το πνεύμα,
όσο το νούρι σου, κουζούμ, και το γλυκό φιλί σου,
και όσο το ναζλίδικο και τρυφερό κορμί σου.
Αμάν, κουζούμ! αμάν, γιαβρούμ! κάνε, χανούμ, ινσάφι!
Μηδέ καλέμι ουλεμά το ντέρτι μου δε γράφει.
Για σένα εμπα'ί'λντισα εις τον ντουνιάν επάνω,
κι αν εγεννήθην σεβνταλής, ασίκης θ' αποθάνω!''
Αυτά της λέει ο ντερτιλής και πριν ακόμα φύγει,
σαν του Τσεχνέμ το βάραθρον, το στόμα του ανοίγει,
κ' ελπίζων ιλαρώτερος ο πόνος του να γίνει,
βώλον δραμίων είκοσι αφιόνι καταπίνει.
ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ (1817-1886)