
JAROSLAV SEIFERT
ΤΟ ΚΟΝΤΣΕΡΤΟ ΤΟΥ ΜΠΑΧ
Ποτέ μου δεν συνήθιζα να κοιμάμαι μέχρι αργά το πρωί,
με ξυπνούσαν τα πρωινά τραμ
και συχνά οι ίδιοι μου οι στίχοι.
Μ' έβγαζαν απ' τα σκεπάσματα τραβώντας με απ' τα μαλλιά,
μ' έσερναν στην καρέκλα
και μόλις έτριβα τα μάτια μου
με ανάγκαζαν να γράφω.
Δεμένος με γλυκό σάλιο
στα χείλη της μοναδικής στιγμής,
τη σωτηρία της άθλιας ψυχής μου
δεν τη συλλογιζόμουνα
κι αντί για την αιώνια μακαριότητα
ποθούσα το σύντομο διάστημα
της φευγαλέας απόλαυσης.
Μάταια οι καμπάνες με σηκώνανε απ΄τη γη,
γαντζωνόμουνα πάνω της με νύχια και με δόντια.
Ήταν γεμάτη αρώματα
και μυστικά που ερέθιζαν.
Όταν τη νύχτα κοίταζα τον ουρανό,
δεν ήταν ο ουρανός αυτός που αναζητούσα.
Μάλλον με τρόμαζαν οι μαύρες τρύπες
κάπου στα πέρατα του σύμπαντος
που είναι ακόμα πιό φρικτές
κι απο την κόλαση την ίδια.
Άκουσα όμως ήχους απο τσέμπαλο.
Ήταν ένα κοντσέρτο
του Ιωάννη Σεβαστιανού Μπαχ
για όμποε, τσέμπαλο και έγχορδα.
Απο πού ερχότανε - δεν ξέρω.
Πάντως όχι απ' τη γη.
Αν και δεν είχα πιεί κρασί ούτε μιά στάλα,
τρίκλιζα λίγο
κι αναγκάστηκα να πιαστώ
απο τη σκιά μου.
JAROSLAV SEIFERT (1901-1986)
Μετάφραση: Κάρολος Τσίζεκ
Απο το βιβλίο Η ΓΛΥΚΙΑ ΣΥΜΦΟΡΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ, εκδ. Ποταμός, 2003