Affichage des articles dont le libellé est RIMBAUD Arthur. Afficher tous les articles
Affichage des articles dont le libellé est RIMBAUD Arthur. Afficher tous les articles

samedi 1 juin 2013

ΦΩΝΗΕΝΤΑ

ARTHUR RIMBAUD



VOYELLES

A noir, E blanc, I rouge, U vert, O bleu: voyelles, 
Je dirai quelque jour vos naissances latentes: 
A, noir corset velu des mouches éclatantes 
Qui bombinent autour des puanteurs cruelles, 

Golfes d'ombre; E, candeur des vapeurs et des tentes, 
Lances des glaciers fiers, rois blancs, frissons d'ombelles; 
I, pourpres, sang craché, rire des lèvres belles 
Dans la colère ou les ivresses pénitentes; 

U, cycles, vibrements divins des mers virides, 
Paix des pâtis semés d'animaux, paix des rides 
Que l'alchimie imprime aux grands fronts studieux; 

O, suprême Clairon plein des strideurs étranges, 
Silence traversés des Mondes et des Anges:
- O l'Oméga, rayon violet de Ses Yeux ! -

ARTHUR RIMBAUD


 


voix..............Raphaël Didjaman
peintures......Pierre Soulages


mercredi 27 octobre 2010

LÉO FERRÉ chante RIMBAUD


ARTHUR RIMBAUD

LES POETES DE SEPTS ANS

Et la Mère, fermant le livre du devoir,
S'en allait satisfaite et très fière sans voir,
Dans les yeux bleus et sous le front plein d'éminences,
L'âme de son enfant livrée aux répugnances.


Tout le jour, il suait d'obéissance ; très
Intelligent ; pourtant des tics noirs, quelques traits
Semblaient prouver en lui d'âcres hypocrisies.
Dans l'ombre des couloirs aux tentures moisies,
En passant il tirait la langue, les deux poings
A l'aine, et dans ses yeux fermés voyait des points.
Une porte s'ouvrait sur le soir : à la lampe
On le voyait, là-haut, qui râlait sur la rampe,
Sous un golfe de jour pendant du toit. L'été
Surtout, vaincu, stupide, il était entêté
A se renfermer dans la fraîcheur des latrines:
Il pensait là, tranquille et livrant ses narines.


Quand, lavé des odeurs du jour, le jardinet
Derrière la maison, en hiver, s'illunait ,
Gisant au pied d'un mur, enterré dans la marne
Et pour des visions écrasant son œil darne,
Il écoutait grouiller les galeux espaliers.
Pitié ! Ces enfants seuls étaient ses familiers
Qui, chétifs, fronts nus, œil déteignant sur la joue,
Cachant de maigres doigts jaunes et noirs de boue
Sous des habits puant la foire et tout vieillots,
Conversaient avec la douceur des idiots !
Et si, l'ayant surpris à des pitiés immondes,
Sa mère s'effrayait, les tendresses profondes,
De l'enfant se jetaient sur cet étonnement.
C'était bon. Elle avait le bleu regard, - qui ment!


A sept ans, il faisait des romans, sur la vie
Du grand désert où luit la Liberté ravie,
Forêts, soleils, rives, savanes ! - Il s'aidait
De journaux illustrés où, rouge, il regardait
Des Espagnoles rire et des Italiennes.
Quand venait, l'œil brun, folle, en robes d'indiennes,
-Huit ans -la fille des ouvriers d'à côté,
La petite brutale, et qu'elle avait sauté,
Dans un coin, sur son dos, en secouant ses tresses,
Et qu'il était sous elle, il lui mordait les fesses,
Car elle ne portait jamais de pantalons;
- Et, par elle meurtri des poings et des talons,
Remportait les saveurs de sa peau dans sa chambre.


Il craignait les blafards dimanches de décembre,
Où, pommadé, sur un guéridon d'acajou,
Il lisait une Bible à la tranche vert-chou;
Des rêves l'oppressaient, chaque nuit, dans l'alcôve.
Il n'aimait pas Dieu; mais les hommes qu'au soir fauve,
Noirs, en blouse, il voyait rentrer dans le faubourg
Où les crieurs, en trois roulements de tambour,
Font autour des édits rire et gronder les foules.
- Il rêvait la prairie amoureuse, où des houles
Lumineuses, parfums sains, pubescences d'or,
Font leur remuement calme et prennent leur essor !


Et comme il savourait surtout les sombres choses,
Quand, dans la chambre nue aux persiennes closes,
Haute et bleue, âcrement prise d'humidité,
Il lisait son roman sans cesse médité,
Plein de lourds ciels ocreux et de forêts noyées,
De fleurs de chair aux bois sidérals déployées,
Vertige, écroulement, déroutes et pitié !
- Tandis que se faisait la rumeur du quartier,
En bas, - seul et couché sur des pièces de toile
Écrue et pressentant violemment la voile!

26 mai 1871.


ARTHUR RIMBAUD

lundi 30 avril 2007

ΠΡΕΜΙΕΡΑ ;

Για τις φίλες και τους φίλους που περιμένουν υπομονετικα να ανοίξει το μαγαζί. ΧΑΡΙΣΜΑ ΣΑΣ !


ARTHUR RIMBAUD

ΖΩΕΣ

I
Ω Τεράστιες λεωφόροι του αγίου τόπου, ταράτσες του ναού! Τι τον κάνανε τον βραχμάνο που μας εξήγησε τις Παροιμίες; Από τον καιρό εκείνο, από κει κάτω, βλέπω ακόμα και τις γριές! Θυμούμαι τις ώρες από ασήμι και ήλιο προς τα ποτάμια, με το χέρι της εξοχής πάνω στον ώμο μου, και τα χάδια μας όρθια στις πιπεράτες πεδιάδες. - Μιά πτήση από άλικα περιστέρια βροντά γύρω από τη σκέψη μου. - Εξόριστος εδώ, είχα μιά σκηνή όπου να παίζω τα δραματικά αριστουργήματα όλων των λογοτεχνιών. Θα σας έδειχνα τα ανήκουστα πλούτη. Παρατηρώ την ιστορία των θησαυρών που βρήκατε. Βλέπω τη συνέχεια! Η σοφία μου είναι τόσο περιφρονημένη όσο και το χάος. Τι είναι το μηδέν μου, δίπλα στη νάρκωση που σας περιμένει;
ΙΙ
Είμαι ένας εφευρέτης που άξιζα πολύ διαφορετική τύχη απ' όλους αυτούς που προηγήθηκαν΄ ακόμα ένας μουσικός, που βρήκα κάτι όπως το κλειδί του έρωτα. Τώρα, ευπατρίδης μιάς τραχιάς πεδιάδας με λιτό ουρανό, προσπαθώ να συγκινηθώ με την ανάμνηση της ζητιάνας παιδικής ηλικίας, της μαθητείας ή ενός ερχομού με ξυλοπάπουτσα, της πολεμικής, των πέντε ή έξι χηρειών, και μερικών γάμων όπου το γερό μου μυαλό με εμπόδισε ν' ανεβώ στο διαπασών των συμμαθητών. Δε νοσταλγώ το παλιό μου μερίδιο απο θε'ι'κή χαρά : ο φειδωλός αέρας αυτής της τραχιάς πεδιάδας τροφοδοτεί πολύ δραστήρια το βάναυσο μου σκεπτικισμό. Αλλά καθώς ο σκεπτικισμός αυτός δεν μπορεί εφεξής να κινητοποιηθεί, και αφού εξάλλου είμαι αφιερωμένος σε μιά καινούρια συγκίνηση, περιμένω να γίνω ένας τρελός πολύ μοχθηρός!
III
Σε μιά σοφίτα όπου κλείστηκα δώδεκα χρονώ γνώρισα τον κόσμο, λάμπρυνα την ανθρώπινη κωμωδία. Σ' ένα κελάρι έμαθα ιστορία. Σε κάποια νυχτερινή γιορτή σε μια πολιτεία του Βορρά αντάμωσα όλες τις γυναίκες των παλιών ζωγράφων. Σε μια παλιά στοά στο Παρίσι μού δίδαξαν τις κλασικές επιστήμες. Σε μιά μεγαλοπρεπή κατοικία κυκλωμένη από την Ανατολή ολάκερη εκπλήρωσα το απέραντο έργο μου και πέρασα τη λαμπρή μου αποστρατεία. Ανάμιξα το αίμα μου. Το χρέος μου μού το ανάθεσαν. Δεν πρέπει ούτε πιά να σκεφτόμαστε αυτό. Στην πραγματικότητα είμαι πέρα από τον τάφο και δεν έχω κέρδη.
ARTHUR RIMBAUD, απο τις ''ΕΚΛΑΜΨΕΙΣ'', μτφρ. Αλέξη Ασλάνογλου