dimanche 3 juin 2007

ΜΗΔΕ ΚΑΛΕΜΙ ΟΥΛΕΜΑ ...




ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ

Ο ΚΑΡΑΣΕΒΝΤΑΛΗΣ

Ποιός είδε νέον σεβνταλή, καρδιών ποιός είδε κλέφτη,
να εξυπνάει με το αχ! και με το βαχ! να πέφτει;
Ωσάν το χιόνι ν' αναλεί, σαν το κερί να σβήνει,
και μοναχός το ντέρτι του να πικροκαταπίνει;
Εγώ τον είδα, κ' εις εμέ εφάνη ο καημένος
ωσά ντερβίσης σκυθρωπός, σα μπεκτασής θλιμμένος.
Για μιά μικρή Γενί-ντουνιά, πού' δαν τα δυό του μάτια,
καρά-σεβντάς τον έπιασε, και θα γενή κομμάτια.
Οπόταν τα μεσάνυχτα αργολαλούν οι κούκκοι,
πηγαίνει και της τραγουδεί με νέι και με μπουζούκι:

''Αμάν, κουζούμ! αμάν, γιαβρούμ! Κάνε, χανούμ, ινσάφι!
Μηδέ καλέμι ουλεμά το ντέρτι μου δε γράφει.
Για σένα εμπα'ί'λντισα εις τον ντουνιάν επάνω,
κι αν εγεννήθην σεβνταλής, ασίκης θ' αποθάνω.

Είναι το άσπρο στήθος σου ταζέδικο κα'ι'μάκι,
του Α'ι'ντίν-ισάρ χαλβάς το κάθε σου χεράκι,
μουχαλεμπί και γκιούλ-σερμπέτ ο αναστεναγμός σου,
και του Χατζή-Μπεκίρ λοκούμ ο τρυφερός λαιμός σου΄
ο κάθε λόγος σου γλυκός σα ραβανί αφράτο
και σα ζεστός σαράι-λοκμάς με μέλι μυρωδάτο.
Κ' είν' ο σεβντάς μου δυνατός, που να γραφεί δε φτάνει
κι αν γίνει ο ουρανός χαρτί κ' η θάλασσα μελάνι.

Τι αγοράζεις κάρβουνα να ψήνεις το φα'ί' σου;
Γιαγκίνι έχω στην καρδιά, που τ' άναψες ατή σου!
Αντίκρυ μου τον τεντζερέ με το φα'ί' σου στήσε,
και λάδι στο γιαγκίνι μου με μιά ματιά σου χύσε!
Κ' ευθύς που ένα Αχ εντέρ! το στόμα μου αναδώσει,
και το φα'ί' σου θα ψηθεί κι ο τέντζερης θα λιώσει!

Εσύ' σαι το χρυσό ουρί, και δι' εσέ, ντουντού μου,
ή ντιπ θα χάσω, ή θα βρω το ρέμπελο το νου μου!
Κ' εις το Τζενέτ, στους πρόποδας του πιλαφένιου όρους,
θε να περάσω μετά σού στιγμάς αγγελοφόρους.
Ο βουτυρένιος ποταμός και του μελιού το ρεύμα,
τόσο δεν θα ευχαριστούν του σκλάβου σου το πνεύμα,
όσο το νούρι σου, κουζούμ, και το γλυκό φιλί σου,
και όσο το ναζλίδικο και τρυφερό κορμί σου.

Αμάν, κουζούμ! αμάν, γιαβρούμ! κάνε, χανούμ, ινσάφι!
Μηδέ καλέμι ουλεμά το ντέρτι μου δε γράφει.
Για σένα εμπα'ί'λντισα εις τον ντουνιάν επάνω,
κι αν εγεννήθην σεβνταλής, ασίκης θ' αποθάνω!''

Αυτά της λέει ο ντερτιλής και πριν ακόμα φύγει,
σαν του Τσεχνέμ το βάραθρον, το στόμα του ανοίγει,
κ' ελπίζων ιλαρώτερος ο πόνος του να γίνει,
βώλον δραμίων είκοσι αφιόνι καταπίνει.


ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ (1817-1886)

6 commentaires:

Anonyme a dit…

Εκλόνισε την παλαιάν Ελλάδα της Ελένης
η αρπαγή· ολίσθημα μιας παραλυμένης
εκρίθη συμφορά κοινή· διό κατά των Τρώων
ωπλίσθησαν ως αστακοί το άνθος των ηρώων,
ενώ Ελέναι εκατόν (δεν λέγω πλειοτέρας)
κρυφίως τα επρύμνισαν εκείνας τας ημέρας
με τους καλούς των εραστάς, και δι’ αυτάς με ζήλον
ούτ’ εκινήθησαν στρατοί και στόλοι, ουδέ φύλλον,
αλλά φαιδροί και σκωπτικοί εγέλασαν ολίγον
διαβολικώς, οι γείτονες στην μύτην των συζύγων.
Θ.Ορφανίδης

Εξαίσιο το ποίημα που παραθέσατε! Στάζει μέλι στην καρδούλα μας...Παραθέτω ένα δείγμα της σάτιρας του υπέροχου βοτανολόγου που μας θυμήσατε.

LOCUS SOLUS a dit…

@ Lapsus memoriae
Όσο μεγάλη μάρκα υπήρξε ο Σμυρνιός βοτανολόγος, άλλο τόσο υπέροχο είναι να τον μνημονεύουν, εκατό τόσα χρόνια μετά, δυό άνθρωποι στο διαδίκτυο. Σας ευχαριστώ για τους θαυμάσιους στίχους που διαλέξατε να μας στείλετε. Τιμή μας που εξακολουθείτε να μας επισκέπτεστε!

Γιωργος Κεντρωτης a dit…

Έχω τα Άπαντά του, από τις Εκδόσεις Φέξη! Είχα αγοράσει το βιβλίο έναν Κολοκοτρώνη από τη Δωδώνη.

Lapsus digiti a dit…

@Locus Solus: Ευωχία! Λιμπιστήκαμε τους στίχους του κύριου Ορφανίδη...Λέτε να βρούμε τα Άπαντα;

Anonyme a dit…

Δασκάλους δε αποκαλώ, συλλήβδην και αθρόα,
τα δίποδα, κακεντρεχή, γνωστά χερσαία ζώα,
τα εκμυζώντα μ’ ηδονήν λεξίδια και φράσεις,
τα νομιζόμενα κοινώς μεστά σοφίας πάσης,
διότι με αναίδειαν λαλούσι περί πάντων,
θαυμάζοντα και μόνα των την πολυμάθειάν των!

Θ.Ορφανίδης

Εσαεί επίκαιρος. Μέχρι να βρείτε τα Άπαντά του άλλο ένα δείγμα του φοβερού μυαλού του...

Γιωργος Κεντρωτης a dit…

@ τα Άπαντα ζητούντας: Ρε παιδιά, μόλις κατεβώ στο κλεινόν άστυ, να σας φτιάκω μια φωτοκόπια...